Η αρχή της ψυχαναλυτικής σκέψης
Η ψυχαναλυτική σκέψη γεννήθηκε από μια βαθιά ανακάλυψη: ότι ο άνθρωπος δεν είναι πάντοτε διαφανής στον εαυτό του. Πολλά από όσα νιώθουμε, φοβόμαστε, επαναλαμβάνουμε ή αποφεύγουμε δεν βρίσκονται αμέσως διαθέσιμα στη συνείδησή μας. Ζουν μέσα μας ως ασυνείδητες συγκρούσεις, επιθυμίες, άμυνες, μνήμες, επαναλήψεις και τρόποι σχέσης που συχνά διαμορφώθηκαν πολύ πριν μπορέσουμε να τα καταλάβουμε. Με αυτή την έννοια, η προσέγγισή μου παραμένει ουσιαστικά ψυχαναλυτική: ενδιαφέρεται όχι μόνο για το σύμπτωμα, αλλά για το νόημά του. Όχι μόνο για το «τι μου συμβαίνει;», αλλά και για το «πώς έμαθα να υπάρχω έτσι;», «από τι προσπαθεί να με προστατεύσει αυτός ο τρόπος ύπαρξης;», «τι επαναλαμβάνεται στις σχέσεις μου;».
Ο θεραπευτής μέσα στη σχέση
Τα τελευταία χρόνια, οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις έχουν εξελιχθεί σημαντικά. Η παλαιότερη εικόνα του ψυχαναλυτή ως ενός απολύτως ουδέτερου, σιωπηλού και σχεδόν αόρατου παρατηρητή δεν εκφράζει πλήρως τη σύγχρονη σχεσιακή ψυχοδυναμική οπτική. Σήμερα θεωρούμε ότι ο θεραπευτής δεν βρίσκεται έξω από τη θεραπευτική σχέση. Είναι ένας ζωντανός συμμετέχων σε μια σχέση που διαμορφώνεται και από τους δύο. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνονται τα όρια ή ότι η θεραπεία γίνεται μια απλή φιλική συζήτηση — αντίθετα, η θεραπευτική σχέση παίρνει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάλυση.
Ο τρόπος που ο θεραπευόμενος βιώνει τον θεραπευτή, οι προσδοκίες του, οι φόβοι του, οι απογοητεύσεις του, η ανάγκη του να προστατευτεί ή να πλησιάσει, όλα αυτά μπορούν να γίνουν πολύτιμο υλικό κατανόησης. Ταυτόχρονα, και ο θεραπευτής χρειάζεται να παρατηρεί προσεκτικά τη δική του συμμετοχή: τι προκαλείται μέσα του, πώς ακούει, πώς απαντά, πού μπορεί να κάνει λάθος.
Στη θεραπεία δεν έχει σημασία μόνο το τι λέγεται, αλλά και το τι συμβαίνει ανάμεσα στους δύο ανθρώπους που βρίσκονται στο δωμάτιο.
Ο άνθρωπος που έρχεται για θεραπεία μπορεί, χωρίς πάντα να το καταλαβαίνει, να βιώσει τον θεραπευτή με τρόπους που του είναι ήδη γνώριμοι από παλιότερες σχέσεις της ζωής του. Η σύγχρονη θεραπευτική ματιά δεν βιάζεται να πει ότι όλα αυτά «είναι μόνο στο μυαλό του θεραπευόμενου». Αντίθετα, προσπαθεί να δει πιο προσεκτικά τι συμβαίνει πραγματικά εκείνη τη στιγμή στη σχέση. Αυτό κάνει τη θεραπεία πιο αληθινή και πιο υπεύθυνη: ο θεραπευτής δεν παίρνει τη θέση κάποιου που «ξέρει καλύτερα» την αλήθεια του άλλου.
Ένας θεραπευόμενος έχει δικαίωμα να πει «δεν το νιώθω έτσι» ή «αυτό δεν μου ταιριάζει», και αυτή η διαφωνία δεν χρειάζεται να θεωρηθεί αμέσως αντίσταση. Μπορεί να είναι μια σημαντική στιγμή ελευθερίας. Η θεραπεία είναι μια συνάντηση στην οποία δημιουργείται ένας τρίτος χώρος: ένα κοινό θεραπευτικό πεδίο, όπου κάτι που ήταν μόνο σύμπτωμα μπορεί σταδιακά να αποκτήσει νόημα. Κάτι που ήταν μόνο επανάληψη μπορεί να γίνει επιλογή.
Τι κρατώ από την ψυχαναλυτική παράδοση
Η προσέγγιση με την οποία δουλεύω κρατά τον πυρήνα της ψυχαναλυτικής παράδοσης: το ασυνείδητο, τη μεταβίβαση, την αντίσταση, τη σημασία της παιδικής ιστορίας, τη δύναμη της επανάληψης και το βάθος της θεραπευτικής σχέσης. Ταυτόχρονα, απομακρύνεται από μια άκαμπτη και παλιά αντίληψη όπου ο θεραπευτής οφείλει να είναι απλώς σιωπηλός, ουδέτερος και απρόσωπος.
Για μένα, η ψυχοθεραπεία δεν είναι ούτε ψυχρή τεχνική ούτε απλή παρηγοριά. Είναι μια προσεκτική, ζωντανή και βαθιά ανθρώπινη διαδικασία, όπου ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς διόρθωση, αλλά ως κάποιος που προσπαθεί να καταλάβει την ιστορία του και να ζήσει με περισσότερη αυθεντικότητα.
Επιτυχημένη θεραπεία για μένα είναι αυτή που οδηγεί τον άνθρωπο σε ένα σημείο που ξέρει πλέον τι κάνει και γιατί το κάνει.Το τι θα κάνει το επιλέγει ο ίδιος.
Για την προσέγγιση
Γιατί να προτιμήσω τη σχεσιακή ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία;
Μπορεί να είναι ιδιαίτερα βοηθητική όταν δεν θέλουμε απλώς να μειώσουμε ένα σύμπτωμα, αλλά να καταλάβουμε βαθύτερα πώς σχετιζόμαστε, πώς προστατευόμαστε, τι επαναλαμβάνουμε και τι μας δυσκολεύει στις σχέσεις μας.
Σε σχέση με την παραδοσιακή ψυχανάλυση, διατηρεί το ενδιαφέρον για το ασυνείδητο και τα βαθύτερα μοτίβα, αλλά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη ζωντανή θεραπευτική σχέση και στο εδώ-και-τώρα. Σε σχέση με τη συστημική θεραπεία, εστιάζει περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Σε σχέση με τη γνωσιακή-συμπεριφορική (CBT), δεν περιορίζεται στην αλλαγή σκέψεων και συμπεριφορών, αλλά αναζητά το βαθύτερο νόημα πίσω από αυτά.
Πόσο διαρκεί η θεραπεία;
Η διάρκεια δεν είναι ίδια για όλους. Εξαρτάται από το αίτημα, τις δυσκολίες που φέρνει ο άνθρωπος, τον ρυθμό του και το βάθος στο οποίο θέλει να δουλέψει. Κάποιες φορές μια πιο σύντομη πορεία βοηθά σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα· άλλες φορές χρειάζεται περισσότερος χρόνος. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια συζητιέται μέσα στη θεραπεία και επανεξετάζεται ανάλογα με την πορεία του ανθρώπου.
Πότε αρχίζει κάποιος να βλέπει αλλαγή;
Όταν σταματήσει να βιάζεται. Όχι γιατί η θεραπεία χρειάζεται «απαραίτητα πολύ χρόνο», αλλά γιατί η βαθύτερη αλλαγή συνήθως αρχίζει όταν ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί λίγο περισσότερο σε αυτό που νιώθει, αντί να προσπαθεί αμέσως να το ξεφορτωθεί.