Πώς διαλέγω ψυχοθεραπευτή;
Η απόφαση να ξεκινήσει κανείς ψυχοθεραπεία είναι ήδη ένα σημαντικό βήμα. Συχνά όμως ακολουθεί ένα δεύτερο, εξίσου δύσκολο ερώτημα: πώς διαλέγω ψυχοθεραπευτή;
Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο μπορεί να φέρει πολλές επιλογές: ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής, ψυχίατρος, σύμβουλος ψυχικής υγείας, life coach, διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, διαφορετικά βιογραφικά, διαφορετικές ειδικεύσεις.
Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί:
- «Ποιος είναι ο κατάλληλος για εμένα;»
- «Ποια προσέγγιση μου ταιριάζει;»
- «Πώς θα καταλάβω αν μπορώ να εμπιστευτώ έναν ειδικό;»
- «Χρειάζομαι ψυχολόγο ή ψυχίατρο;»
- «Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην ψυχοθεραπεία, τη συμβουλευτική και το coaching;»
Η επιλογή θεραπευτή δεν είναι μόνο θέμα τίτλων ή βιογραφικού. Αυτά έχουν μεγάλη σημασία, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους. Η ψυχοθεραπεία είναι μια ανθρώπινη και επαγγελματική σχέση. Επομένως, έχει σημασία όχι μόνο τι έχει σπουδάσει ο ειδικός, αλλά και πώς στέκεται απέναντι στον άνθρωπο που ζητά βοήθεια.
Είναι επίσης σημαντικό να μη συγχέονται διαφορετικές μορφές υποστήριξης με την ψυχοθεραπεία. Η ψυχική υγεία δεν είναι απλώς ζήτημα ενθάρρυνσης, θετικής σκέψης ή προσωπικής βελτίωσης. Όταν ένας άνθρωπος βιώνει άγχος, κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, τραύμα, έντονη αυτοκριτική, δυσκολίες στις σχέσεις ή βαθιά ψυχική δυσφορία, χρειάζεται να απευθυνθεί σε κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής, ψυχίατρος, σύμβουλος ψυχικής υγείας και life coach
Ο ψυχολόγος είναι επαγγελματίας που έχει σπουδάσει ψυχολογία και έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος. Έχει εκπαιδευτεί στις θεωρίες της ψυχολογίας και έχει μάθει πώς να σκέφτεται επιστημονικά και να διεξάγει έρευνα. Μπορεί να παρέχει ψυχολογική υποστήριξη, αξιολόγηση και, εφόσον έχει εκπαιδευτεί κατάλληλα, ψυχοθεραπεία.
Ο ψυχοθεραπευτής είναι επαγγελματίας ψυχικής υγείας που έχει εκπαιδευτεί σε κάποια συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Ιδανικά, η ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση δεν περιορίζεται σε σύντομα σεμινάρια, αλλά περιλαμβάνει θεωρητική κατάρτιση, προσωπική θεραπεία, κλινική πρακτική και εποπτεία. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλώς μια καλή συζήτηση· είναι μια συστηματική θεραπευτική διαδικασία που απαιτεί σοβαρή εκπαίδευση, επαγγελματική ευθύνη και σεβασμό στην πολυπλοκότητα του ανθρώπου.
Ο ψυχίατρος είναι γιατρός με ειδίκευση στην ψυχιατρική. Μπορεί να κάνει διάγνωση, να συνταγογραφήσει φαρμακευτική αγωγή. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει εκπαιδευτεί στην ψυχοθεραπεία. Ο ρόλος του είναι πολύ σημαντικός στις περιπτώσεις που μια ψυχική διαταραχή είναι τόσο σοβαρή που επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητα του ανθρώπου.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ψυχοθεραπεία από ψυχολόγο/ψυχοθεραπευτή είναι επαρκής. Σε σοβαρές περιπτώσεις, όπου τα συμπτώματα είναι πολύ έντονα, υπάρχει σοβαρή κατάθλιψη, έντονη αποδιοργάνωση, αυτοκτονικός ιδεασμός ή μεγάλη δυσκολία στην καθημερινή λειτουργικότητα, μπορεί να είναι απαραίτητη η ψυχιατρική αξιολόγηση. Η αναζήτηση βοήθειας από ψυχίατρο δεν σημαίνει αποτυχία, ούτε καταδίκη. Αντιθέτως, όλες οι μελέτες συγκλίνουν στο ότι ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης σοβαρών ψυχικών διαταραχών που έχουμε στη διάθεσή μας.
Ο σύμβουλος ψυχικής υγείας είναι ένας τίτλος που μπορεί να χρησιμοποιείται από ανθρώπους με διαφορετικά επίπεδα εκπαίδευσης και διαφορετικό ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Η συμβουλευτική μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως όταν αφορά υποστήριξη σε αποφάσεις, δυσκολίες προσαρμογής ή ειδικά θέματα. Όμως δεν πρέπει να συγχέεται με την ψυχοθεραπεία, ούτε να παρουσιάζεται ως ισοδύναμη θεραπευτική αντιμετώπιση βαθύτερων ψυχικών δυσκολιών.
Ο life coach ή coach προσωπικής ανάπτυξης εστιάζει συνήθως σε στόχους, κινητοποίηση, οργάνωση, αυτοβελτίωση, επαγγελματική ανάπτυξη ή αλλαγές τρόπου ζωής. Σε έναν άνθρωπο που είναι ήδη σχετικά σταθερός ψυχικά και θέλει βοήθεια σε συγκεκριμένους στόχους, αυτό μπορεί να έχει κάποια χρησιμότητα. Όμως το coaching δεν είναι ψυχοθεραπεία. Δεν θα βοηθήσει στη θεραπεία του άγχους, της κατάθλιψης, του τραύματος, των κρίσεων πανικού ή την αλλαγή των βαθύτερων σχεσιακών και ψυχικών μοτίβων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σύμβουλος ή coach είναι κακός επαγγελματίας. Σημαίνει όμως ότι ο άνθρωπος που αναζητά βοήθεια χρειάζεται να ξέρει τι είδους βοήθεια ζητά και από ποιον. Άλλο είναι η ενθάρρυνση, η καθοδήγηση, η υποστήριξη σε στόχους, και άλλο η ψυχοθεραπεία.
Η ψυχοθεραπεία δεν έχει σκοπό απλώς να μας κάνει να νιώσουμε καλύτερα για λίγο ή να μας δώσει θετικές οπτικές. Δεν λειτουργεί χαϊδεύοντας τις άμυνές μας ή ενισχύοντας την εικόνα που ήδη θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας. Αντίθετα, πολλές φορές μας βοηθά να δούμε και όσα αποφεύγουμε: τους φόβους μας, τις επαναλήψεις μας, τις αντιφάσεις μας, τα σημεία όπου πληγωνόμαστε και πληγώνουμε, τους τρόπους με τους οποίους προστατευόμαστε αλλά και περιοριζόμαστε.
Όταν η συμβουλευτική ή το coaching παρουσιάζονται σαν να είναι ψυχοθεραπεία, υπάρχει ο κίνδυνος να απλοποιηθούν βαθύτερες ψυχικές δυσκολίες. Μπορεί ο άνθρωπος να πάρει πρόσκαιρη ενθάρρυνση ή μια αίσθηση δύναμης, χωρίς όμως να δουλέψει ουσιαστικά με αυτό που τον δυσκολεύει. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί ακόμη και να ενισχύσει άμυνες που ήδη υπάρχουν: την ανάγκη για έλεγχο, την αποφυγή της ευαλωτότητας, την τελειομανία ή την ιδέα ότι αρκεί να «σκέφτεται θετικά» για να μη χρειαστεί να έρθει σε επαφή με πιο βαθιά και επώδυνα κομμάτια του εαυτού του.
Γι’ αυτό, όταν κάποιος αναζητά ουσιαστική θεραπευτική βοήθεια, είναι σημαντικό να επιλέγει έναν επαγγελματία που έχει την κατάλληλη εκπαίδευση και μπορεί να διακρίνει πότε χρειάζεται απλά στήριξη και ενθάρρυνση, πότε χρειάζεται βαθύτερη ψυχοθεραπευτική δουλειά και πότε χρειάζεται παραπομπή ή συνεργασία με άλλον ειδικό.
Η ουσιαστική ψυχοθεραπεία δεν βλέπει τον άνθρωπο ως κάποιον που χρειάζεται απλώς περισσότερη θετική σκέψη. Τον βλέπει ως έναν άνθρωπο με ιστορία, σχέσεις, ασυνείδητα μοτίβα, άμυνες, επιθυμίες, φόβους και ανάγκες που αξίζει να κατανοηθούν σε βάθος.
Τι να προσέξω στο βιογραφικό ενός ψυχολόγου;
Το πρώτο βασικό κριτήριο είναι η εκπαίδευση. Έχει ο ειδικός σπουδές στην ψυχολογία ή σε σχετικό αναγνωρισμένο επάγγελμα ψυχικής υγείας; Έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος; Έχει εκπαιδευτεί σε κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση;
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλή συζήτηση, ούτε παροχή γενικών συμβουλών. Απαιτεί εκπαίδευση, προσωπική δουλειά, εποπτεία και συνεχή επαγγελματική εξέλιξη. Ένας θεραπευτής χρειάζεται να έχει μάθει όχι μόνο θεωρίες, αλλά και πώς να ακούει, να αντέχει, να σκέφτεται κλινικά και να σέβεται τον ρυθμό και την πολυπλοκότητα του ανθρώπου που έχει απέναντί του.
Χρήσιμα στοιχεία στο βιογραφικό είναι:
- η βασική πανεπιστημιακή εκπαίδευση,
- η ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση,
- η κλινική εμπειρία,
- η εποπτεία,
- η προσωπική θεραπεία ή ανάλυση,
- η συμμετοχή σε επιστημονικά ή εκπαιδευτικά πλαίσια,
- η συνεχιζόμενη εκπαίδευση.
Όλα αυτά δεν εγγυώνται από μόνα τους μια καλή θεραπευτική εμπειρία, αλλά δείχνουν σοβαρότητα και επαγγελματική ευθύνη.
Έχει σημασία η θεραπευτική προσέγγιση;
Ναι, έχει. Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις στην ψυχοθεραπεία, και καθεμία δίνει έμφαση σε διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν σημαίνει ότι μία προσέγγιση είναι «σωστή» και όλες οι άλλες «λάθος». Σημαίνει όμως ότι δεν δουλεύουν όλες με τον ίδιο τρόπο, ούτε απαντούν με το ίδιο βάθος στα ίδια ερωτήματα.
Κάποιοι άνθρωποι αναζητούν κυρίως πρακτικά εργαλεία για τη διαχείριση ενός συμπτώματος. Άλλοι θέλουν να καταλάβουν βαθύτερα γιατί επαναλαμβάνουν τα ίδια μοτίβα, γιατί δυσκολεύονται στις σχέσεις, γιατί νιώθουν άγχος, κενό, ντροπή ή αυτοκριτική, ακόμη κι όταν εξωτερικά όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά.
Επομένως, η επιλογή προσέγγισης εξαρτάται και από το τι ζητά κανείς από τη θεραπεία: άμεση ανακούφιση, βαθύτερη αυτογνωσία, αλλαγή στις σχέσεις, επεξεργασία τραύματος, κατανόηση επαναλήψεων, υποστήριξη σε μια κρίση ή όλα αυτά μαζί.
Μερικές βασικές προσεγγίσεις ψυχοθεραπείας
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία εστιάζει συχνά στη σχέση ανάμεσα στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές. Μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν κάποιος χρειάζεται πιο συγκεκριμένα εργαλεία για τη διαχείριση άγχους, φοβιών, αποφυγών ή δυσλειτουργικών σκέψεων. Έχει πιο δομημένο χαρακτήρα και συχνά δουλεύει με στόχους, ασκήσεις και τεχνικές. Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση ειδικών φοβιών γιατί χρησιμοποιεί ως άσκηση την έκθεση στο ερέθισμα που προκαλεί το άγχος.
Η συστημική θεραπεία βλέπει τον άνθρωπο μέσα στα συστήματα σχέσεων στα οποία ανήκει: οικογένεια, ζευγάρι, κοινωνικό περιβάλλον. Δίνει έμφαση στα μοτίβα επικοινωνίας, στους ρόλους, στις δυναμικές του οικογενειακού ή σχεσιακού πλαισίου. Μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε ζητήματα οικογένειας, ζευγαριού και διαπροσωπικών δυσκολιών.
Η προσωποκεντρική ή ανθρωπιστική προσέγγιση δίνει μεγάλη σημασία στην αποδοχή, στην ενσυναίσθηση, στην αυθεντικότητα και στην εμπιστοσύνη προς την εσωτερική δυνατότητα του ανθρώπου να αναπτυχθεί. Μπορεί να προσφέρει έναν πολύ ζεστό και υποστηρικτικό χώρο, ιδιαίτερα για ανθρώπους που χρειάζονται να νιώσουν ότι ακούγονται χωρίς κριτική.
Η υπαρξιακή προσέγγιση εστιάζει σε βαθύτερα ερωτήματα ζωής: νόημα, ελευθερία, ευθύνη, μοναξιά, θνητότητα, επιλογές. Μπορεί να είναι πολύ σημαντική όταν ο άνθρωπος δεν έρχεται μόνο με ένα συγκεκριμένο σύμπτωμα, αλλά με αίσθηση κενού, αναζήτηση νοήματος ή υπαρξιακή αγωνία.
Οι τραυματοκεντρικές προσεγγίσεις, δηλαδή θεραπείες που εστιάζουν ειδικά στην επεξεργασία τραύματος, μπορούν να είναι πολύ χρήσιμες σε ανθρώπους που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες και χρειάζονται έναν τρόπο να δουλέψουν με τις σωματικές, συναισθηματικές και μνημονικές συνέπειες αυτών των εμπειριών.
Η ψυχοδυναμική/ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το βάθος της ψυχικής ζωής: ασυνείδητα συναισθήματα, άμυνες, εσωτερικές συγκρούσεις, παιδικά βιώματα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα σχέσεων, φαντασιώσεις, επιθυμίες και φόβους που δεν είναι πάντα άμεσα ορατοί. Δεν μένει μόνο στο σύμπτωμα, αλλά προσπαθεί να καταλάβει το νόημά του.
Η σχεσιακή ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, ειδικότερα, δίνει κεντρική θέση στη θεραπευτική σχέση. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα σε σχέσεις και ότι πολλά από όσα τον δυσκολεύουν εμφανίζονται και δουλεύονται μέσα στον τρόπο που σχετίζεται — με τους άλλους, με τον εαυτό του και με τον θεραπευτή. Οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις έχει φανεί ότι σε σχέση με όλες τις προσεγγίσεις έχουν τα πιο διαρκή αποτελέσματα μακροπρόθεσμα, ακριβώς επειδή εστιάζουν στα πιο βαθιά και πυρηνικά στοιχεία του ανθρώπινου ψυχισμού.
Γιατί να διαλέξω μια πιο ψυχοδυναμική ή ψυχαναλυτική προσέγγιση;
Μια ψυχοδυναμική ή ψυχαναλυτική προσέγγιση μπορεί να είναι ιδιαίτερα βοηθητική όταν ο άνθρωπος δεν θέλει μόνο να ανακουφίσει ένα σύμπτωμα, αλλά να καταλάβει βαθύτερα τι του συμβαίνει.
Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να έχει άγχος και να θέλει, φυσικά, να ηρεμήσει. Όμως ίσως χρειάζεται επίσης να καταλάβει γιατί το άγχος εμφανίζεται ειδικά σε συγκεκριμένες σχέσεις, αποφάσεις ή καταστάσεις. Κάποιος μπορεί να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και να θέλει να νιώσει καλύτερα, αλλά ίσως χρειάζεται να καταλάβει από πού έρχεται αυτή η σκληρή εσωτερική φωνή. Κάποιος μπορεί να δυσκολεύεται στις σχέσεις και να ζητά συμβουλές, αλλά ίσως το βαθύτερο ερώτημα είναι γιατί επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τον ίδιο τρόπο σύνδεσης, φόβου ή αποφυγής.
Το πλεονέκτημα των πιο ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων είναι ότι δεν αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν ένα σύνολο συμπτωμάτων που πρέπει απλώς να διορθωθούν. Βλέπουν το σύμπτωμα ως κάτι που έχει ιστορία, λειτουργία και νόημα.
Δεν ρωτούν μόνο: «Πώς θα σταματήσει αυτό;» Ρωτούν και: «Γιατί χρειάστηκε να εμφανιστεί;» «Τι προστατεύει;» «Τι προσπαθεί να εκφράσει;» «Πώς συνδέεται με τον τρόπο που ο άνθρωπος σχετίζεται;»
Αυτή η ματιά μπορεί να είναι πιο απαιτητική, γιατί δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις. Μπορεί όμως να οδηγήσει σε βαθύτερη και πιο ουσιαστική αλλαγή, ακριβώς επειδή δεν μένει μόνο στην επιφάνεια.
Η σημασία της σχεσιακής ματιάς
Στη σχεσιακή ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, η σχέση δεν είναι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται η θεραπεία. Είναι μέρος της θεραπείας.
Πολλά από τα προβλήματα που μας δυσκολεύουν είναι σχεσιακά, ακόμα κι όταν δεν φαίνονται έτσι στην αρχή. Το άγχος μπορεί να συνδέεται με φόβο κριτικής ή απόρριψης. Η κατάθλιψη μπορεί να συνδέεται με απώλεια, ματαίωση ή αίσθηση ότι δεν υπάρχει χώρος για την επιθυμία. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να έχει διαμορφωθεί μέσα από παλιά βλέμματα και εμπειρίες. Η δυσκολία στα όρια μπορεί να συνδέεται με φόβο απώλειας της σχέσης. Οι κρίσεις πανικού μπορεί να εμφανίζονται όταν κάτι που δεν έχει ειπωθεί ή μεταβολιστεί ψυχικά εκφράζεται σωματικά.
Η σχεσιακή προσέγγιση παίρνει σοβαρά υπόψη ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει επειδή καταλαβαίνει κάτι λογικά. Αλλάζει όταν μπορεί να το ζήσει διαφορετικά μέσα σε μια σχέση.
Μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορεί να εμφανιστούν φόβοι, άμυνες και προσδοκίες που εμφανίζονται και στις άλλες σχέσεις: φόβος κριτικής, φόβος εγκατάλειψης, ανάγκη να είναι κανείς αρεστός, δυσκολία να θυμώσει, ντροπή να ζητήσει, τάση να αποσύρεται ή να ελέγχει. Αυτά δεν είναι εμπόδια στη θεραπεία. Είναι πολύτιμο υλικό.
Η θεραπεία προσφέρει έναν χώρο όπου αυτά μπορούν να αναγνωριστούν, να ειπωθούν και να δουλευτούν με ασφάλεια. Όχι θεωρητικά μόνο, αλλά ζωντανά, μέσα στη σχέση.
Ο θεραπευτής ακολουθεί μόνο μία προσέγγιση;
Ένας θεραπευτής χρειάζεται να έχει μια βασική θεωρητική και κλινική ταυτότητα. Είναι σημαντικό να ξέρει από ποια ματιά δουλεύει, τι πιστεύει ότι βοηθά στην αλλαγή και πώς κατανοεί τον άνθρωπο. Χωρίς αυτό, η θεραπεία μπορεί να γίνει ασύνδετη ή επιφανειακή.
Ταυτόχρονα, ένας καλός θεραπευτής δεν χρειάζεται να είναι δογματικός. Δεν χρειάζεται να αγνοεί ό,τι χρήσιμο έχουν προσφέρει άλλες προσεγγίσεις. Υπάρχουν στιγμές όπου μια πιο πρακτική παρέμβαση, μια τεχνική ρύθμισης του άγχους, μια ψυχοεκπαιδευτική εξήγηση ή μια πιο συγκεκριμένη διερεύνηση της καθημερινότητας μπορεί να είναι βοηθητική ή και απαραίτητη.
Το ζήτημα είναι να μην χάνεται το βάθος. Μια τεχνική μπορεί να προσφέρει ανακούφιση. Αλλά αν μείνουμε μόνο στην τεχνική, μπορεί να μην καταλάβουμε γιατί το σύμπτωμα επιμένει, τι το τροφοδοτεί και πώς συνδέεται με την ιστορία και τις σχέσεις του ανθρώπου.
Μια ώριμη θεραπευτική στάση μπορεί να αναγνωρίζει την αξία διαφορετικών εργαλείων, χωρίς να χάνει τον κεντρικό προσανατολισμό: την κατανόηση του ανθρώπου στο βάθος του και μέσα στις σχέσεις του.
Πώς καταλαβαίνω αν ένας θεραπευτής μου ταιριάζει;
Δεν χρειάζεται να νιώσετε απόλυτη άνεση από την πρώτη στιγμή. Η πρώτη συνεδρία μπορεί να έχει αμηχανία, δισταγμό ή φόβο. Αυτό είναι φυσιολογικό. Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς σε έναν άγνωστο για προσωπικά ζητήματα.
Ωστόσο, έχει σημασία να προσέξετε πώς νιώθετε μέσα στη συνάντηση. Όχι αν όλα είναι εύκολα, αλλά αν υπάρχει μια βασική αίσθηση σεβασμού, σοβαρότητας και ασφάλειας.
Μπορείτε να αναρωτηθείτε:
- Νιώθω ότι ο θεραπευτής με ακούει πραγματικά;
- Μου δίνει χώρο να μιλήσω χωρίς να βιάζεται να με διορθώσει;
- Σέβεται τον ρυθμό μου;
- Μπορεί να αντέξει τη δυσκολία μου χωρίς να την απλοποιεί;
- Μου εμπνέει εμπιστοσύνη;
- Νιώθω ότι υπάρχει ένα επαγγελματικό πλαίσιο;
- Μπορώ να φανταστώ ότι, με τον χρόνο, θα μπορούσα να μιλήσω πιο αληθινά εδώ;
Η θεραπευτική σχέση δεν χρειάζεται να είναι πάντα άνετη. Μερικές φορές η θεραπεία αγγίζει δύσκολα θέματα. Μπορεί να υπάρξει συγκίνηση, αντίσταση, αμηχανία, θυμός ή φόβος. Όμως άλλο η θεραπευτική δυσκολία και άλλο να νιώθει κανείς συστηματικά πιεσμένος, υποτιμημένος, κρινόμενος ή μη σεβαστός.
Πρέπει ο θεραπευτής να μου δίνει συμβουλές;
Πολλοί άνθρωποι πηγαίνουν σε ψυχολόγο περιμένοντας να τους πει τι να κάνουν. Είναι κατανοητό. Όταν κάποιος υποφέρει, θέλει απαντήσεις.
Όμως η ψυχοθεραπεία δεν είναι παροχή συμβουλών. Αν ήταν τόσο απλό, οι περισσότεροι άνθρωποι θα άλλαζαν μόλις κάποιος τους έλεγε τη «σωστή» λύση. Το δύσκολο είναι ότι συχνά ξέρουμε λογικά τι θα μας βοηθούσε, αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε.
- Ξέρουμε ότι πρέπει να βάλουμε όρια, αλλά νιώθουμε ενοχή.
- Ξέρουμε ότι μια σχέση μας πληγώνει, αλλά δεν μπορούμε να φύγουμε.
- Ξέρουμε ότι δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι, αλλά ντρεπόμαστε όταν κάνουμε λάθος.
- Ξέρουμε ότι δεν κινδυνεύουμε, αλλά το σώμα μας αγχώνεται.
Η θεραπεία βοηθά ακριβώς εκεί: όχι μόνο στο να βρούμε τι «πρέπει» να κάνουμε, αλλά στο να καταλάβουμε γιατί είναι τόσο δύσκολο να το κάνουμε. Αυτό είναι συχνά πιο ουσιαστικό από μια γρήγορη συμβουλή.
Σημάδια που χρειάζονται προσοχή
Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που καλό είναι να σας προβληματίσουν στην επιλογή θεραπευτή.
- Αν κάποιος υπόσχεται γρήγορες και σίγουρες λύσεις για όλα.
- Αν παρουσιάζει τον εαυτό του ως παντογνώστη.
- Αν σας πιέζει να μιλήσετε για πράγματα πριν νιώσετε έτοιμοι.
- Αν υποτιμά τη δυσκολία σας.
- Αν παραβιάζει τα επαγγελματικά όρια.
- Αν σας κάνει να νιώθετε εξαρτημένοι από την προσωπική του έγκριση.
- Αν δίνει εύκολες ερμηνείες χωρίς να σας ακούει πραγματικά.
- Αν σας κρίνει, σας ντροπιάζει ή σας κάνει να αισθάνεστε μικροί.
Η θεραπεία μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά δεν πρέπει να είναι ταπεινωτική. Μπορεί να σας φέρει σε επαφή με επώδυνα σημεία, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο σεβασμού και ασφάλειας.
Η επιλογή θεραπευτή είναι και αρχή της θεραπείας
Ο τρόπος που διαλέγουμε θεραπευτή δεν είναι τυχαίος. Μπορεί να δείχνει κάτι και για τις ανάγκες μας.
Κάποιος μπορεί να ψάχνει έναν θεραπευτή που θα του δώσει άμεσες απαντήσεις, γιατί δυσκολεύεται να αντέξει την αβεβαιότητα. Κάποιος άλλος μπορεί να φοβάται μήπως εξαρτηθεί και να διστάζει να ξεκινήσει. Κάποιος μπορεί να ψάχνει τον «τέλειο» ειδικό, γιατί φοβάται να εμπιστευτεί. Κάποιος μπορεί να καθυστερεί πολύ, επειδή το να ζητήσει βοήθεια τον κάνει να νιώθει ευάλωτος.
Ακόμη και αυτά τα ερωτήματα μπορούν κάποτε να γίνουν μέρος της θεραπείας. Η επιλογή θεραπευτή δεν είναι απλώς πρακτικό βήμα. Είναι συχνά η πρώτη κίνηση προς μια διαφορετική σχέση με τον εαυτό: μια σχέση όπου η ανάγκη για βοήθεια δεν βιώνεται ως αδυναμία, αλλά ως φροντίδα.
Τελικά, πώς διαλέγω;
Διαλέγω ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή κοιτάζοντας την εκπαίδευση, την εμπειρία, την προσέγγιση και το επαγγελματικό πλαίσιο. Αλλά διαλέγω και ακούγοντας κάτι πιο προσωπικό: αν μπορώ να νιώσω ότι σε αυτόν τον χώρο υπάρχει δυνατότητα εμπιστοσύνης.
Δεν χρειάζεται να είστε βέβαιοι από την πρώτη συνεδρία. Η εμπιστοσύνη χτίζεται. Όμως η πρώτη συνάντηση μπορεί να σας δώσει μια αίσθηση: αν υπάρχει χώρος, αν υπάρχει σεβασμός, αν υπάρχει σοβαρότητα, αν υπάρχει η δυνατότητα να μιλήσετε όχι μόνο για αυτό που σας συμβαίνει, αλλά και για το τι σημαίνει αυτό που συμβαίνει.
Μια πιο βαθιά ψυχοθεραπευτική διαδικασία δεν περιορίζεται στο να σας βοηθήσει να «λειτουργείτε» καλύτερα. Μπορεί να σας βοηθήσει να καταλάβετε καλύτερα τον εαυτό σας, τις σχέσεις σας, τα συμπτώματά σας, τις άμυνές σας και τις επαναλήψεις σας.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά κριτήρια στην επιλογή θεραπευτή: να νιώσετε ότι δεν αντιμετωπίζεστε σαν πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί, αλλά σαν άνθρωπος που αξίζει να κατανοηθεί σε βάθος.
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλώς μια τεχνική. Είναι μια σχέση μέσα στην οποία μπορεί να αρχίσει να αλλάζει ο τρόπος που σχετίζεστε με τον εαυτό σας, με τους άλλους και με την ίδια σας την ιστορία.